Το βαμβάκι, κάποτε την δεκαετία του 1990, πληρωνόταν γύρω στο 1 ευρώ το κιλό λόγω του συστήματος ελλειμματικών πληρωμών, το οποίο εγγυόταν τιμή περίπου 330 δραχμές το κιλό για το προϊόν. Η επιδότηση κάλυπτε τη διαφορά από την εμπορική τιμή, όμως αυτό είχε συνέπειες όπως την υποεκτίμηση των τιμών από τους εκκοκκιστές και τα διπλοζυγίσματα, από τα οποία επωφελούνταν κυρίως μεσίτες και εκκοκκιστές. Οι αγρότες έπαιρναν λίγα και οι επιδοτήσεις πήγαιναν εις βάρος των παραγωγών που δεν μπορούσαν να τις διεκδικήσουν.
Αυτή ήταν η «χρυσή εποχή» για το βαμβάκι, και τα νοικοκυριά του κάμπου ζούσαν άνετα. Με την τιμή κοντά στο 1 ευρώ το κιλό, το προϊόν προσέφερε καλό εισόδημα. Η καλλιέργεια είχε επεκταθεί και καλύπτονταν σχεδόν 4 εκατομμύρια στρέμματα (σήμερα βρίσκονται γύρω στα 2,3 εκατομμύρια στρέμματα). Ωστόσο, οι υπερβάσεις στη συγκομιδή και οι πιέσεις από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) οδήγησαν την Ε.Ε. να αλλάξει το σύστημα επιδοτήσεων και να προτείνει την επιδότηση με βάση το στρέμμα, κάτι που θα σταματούσε τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Η αναθεώρηση της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς (ΚΟΑ) βαμβακιού το 1994-1995 έφερε σημαντικές αλλαγές: η εγγυημένη τιμή διασφαλιζόταν μόνο για ένα ορισμένο στρεμματικό πλαφόν και όποιος υπερέβαινε ορισμένες ποσότητες (πάνω από 1,2 εκατομμύρια τόνους) κινδύνευε να χάσει την επιδότηση ή να πληρώσει πρόστιμα υπέρβασης. Οι αγρότες αντιδρούσαν με τα μπλόκα του 1996 και 1998, με το σύνθημα “Όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά”, το οποίο ζητούσε το κράτος να ελέγξει τις ποσότητες και να εξασφαλίσει ότι οι πραγματικοί παραγωγοί θα πληρώνονται τον κόπο τους.
Η μείωση των τιμών του βαμβακιού, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους αρδευτικών και την έλλειψη έργων άρδευσης, οδήγησε στη συρρίκνωση της καλλιέργειας. Φέτος, η τιμή του βαμβακιού ανήλθε στα 48 λεπτά το κιλό, ενώ οι παραγωγοί θα λάβουν μια συνδεδεμένη επιδότηση 72 ευρώ το στρέμμα, που αντιστοιχεί σε περίπου 2 λεπτά επιπλέον ανά κιλό. Συνολικά, το βαμβάκι πληρώνεται περίπου 70 λεπτά το κιλό, δηλαδή περίπου 30% λιγότερο από την τιμή του πριν από 30 χρόνια.
Η ενίσχυση από το αποτύπωμα άνθρακα μπορεί να προσφέρει μια μικρή ανακούφιση, αλλά απαιτείται ένας ολοκληρωμένος φάκελος για τη συνέχιση της καλλιέργειας, βασισμένος σε περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά όπως η πιθανότητα ερημοποίησης του κάμπου.
