Σαρωτικούς ελέγχους στις αποζημιώσεις που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ σε αγρότες και πολίτες οι οποίοι επλήγησαν από φυσικές καταστροφές δρομολογεί η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΕΔΕΛ) του Υπουργείου Οικονομικών.
Η απόφαση αυτή έρχεται μετά από σωρεία καταγγελιών για πλασματικές ζημιές και ανύπαρκτες καλλιέργειες, που φαίνεται ότι «φούσκωσαν» τεχνητά τον αριθμό των δικαιούχων ενισχύσεων.
Το αντικείμενο του ελέγχου
Ο έλεγχος αφορά αποζημιώσεις που δόθηκαν:
- σε παραγωγούς που αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας, και
- σε όσους επλήγησαν από τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού 2023 και τις πλημμύρες που προκάλεσαν οι κακοκαιρίες Daniel και Elias τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Κεντρικό ζητούμενο είναι να διερευνηθεί αν οι ενισχύσεις καταβλήθηκαν βάσει των πορισμάτων εκτίμησης ζημιών του ΕΛΓΑ ή εάν υπήρξαν παρεκκλίσεις.
Ποιοι φορείς θα ελεγχθούν
Στην «περίμετρο» του ελέγχου περιλαμβάνονται:
- ο ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων),
- ο ΕΛΓΑ,
- υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που σχετίζονται με τη διαχείριση ενισχύσεων,
- η Αποκεντρωμένη Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων,
- καθώς και τα επί μέρους ηλεκτρονικά μητρώα και βάσεις δεδομένων (κτηνοτροφίας, πουλερικών, μελισσοκομίας).
Το χρονοδιάγραμμα
Ο έλεγχος θα πραγματοποιηθεί μέσα στον Σεπτέμβριο 2025 και θα έχει διάρκεια έξι ημερών:
- 4 ημέρες επιτόπιος έλεγχος σε ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΛΓΑ και ΥπΑΑΤ.
- 2 ημέρες διοικητικός έλεγχος στην έδρα της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων.
Για την εξασφάλιση πλήρους εικόνας, η ΕΔΕΛ θα αξιοποιήσει και εργαλεία τηλεδιάσκεψης (MS Teams, Webex, e-presence κ.ά.), προκειμένου να αντλήσει στοιχεία και διευκρινίσεις από τους εμπλεκόμενους φορείς.
Το διακύβευμα
Η κυβέρνηση θέλει να διασφαλίσει ότι οι έκτακτες αποζημιώσεις κατευθύνθηκαν πράγματι σε όσους τις είχαν ανάγκη, καθώς τα κονδύλια αυτά αφορούν την αποκατάσταση παραγωγών και περιοχών που επλήγησαν σφοδρά από τις καταστροφές του 2023.
Ο έλεγχος θεωρείται κρίσιμης σημασίας, όχι μόνο για τη διαφάνεια στη διαχείριση των δημόσιων πόρων, αλλά και για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της χώρας έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που συγχρηματοδοτεί μέρος των ενισχύσεων.
