Έντονος είναι ο προβληματισμός στις τάξεις των βαμβακοπαραγωγών για τη φετινή πορεία του «λευκού χρυσού», καθώς οι τιμές δεν ανταποκρίνονται στα αυξημένα καλλιεργητικά κόστη. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Θράκη, η απουσία αρδευτικών υποδομών και η λειψυδρία εκτοξεύουν το κόστος παραγωγής, αφήνοντας τους παραγωγούς σε δυσχερή θέση.
Εάν η εικόνα αυτή συνεχιστεί, η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων θεωρείται βέβαιη, με συνέπειες που θα πλήξουν όχι μόνο τους ίδιους τους παραγωγούς αλλά και συναφείς κλάδους, όπως τα καταστήματα αγροεφοδίων και τους εκκοκκιστές.
Οριακή μείωση εκτάσεων – Στόχος τα 2 εκατ. στρέμματα
Ο έμπορος εκκοκκισμένου βάμβακος, Δημήτρης Μαδιανός, εκτιμά ότι η φετινή καλλιεργούμενη έκταση κινείται οριακά πάνω από τα 2 εκατομμύρια στρέμματα, με τη μείωση σε σχέση με το 2024 να μην ξεπερνά το 10%. Όπως επισημαίνει, «το ζητούμενο είναι να διατηρηθεί η ψυχολογία στην αγορά, ώστε να μην κατρακυλήσουν κι άλλο τα στρέμματα».
Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται, πάντως, από καλύτερες καιρικές συνθήκες σε σχέση με το 2024, όταν στη Θεσσαλία έγιναν ακόμη και δεύτερες ή τρίτες επανασπορές. Παράλληλα, πολλοί παραγωγοί γλίτωσαν εντομολογικές προσβολές, περιορίζοντας τα έξοδα.
Ζήτηση σε «μηδενικά επίπεδα» από Τουρκία και Αίγυπτο
Το μεγαλύτερο αγκάθι για την εμπορευσιμότητα του προϊόντος παραμένει η ποιότητα. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, η συγκομιδή με μηχανές τύπου stripper συνεχίζεται, οδηγώντας σε υποβάθμιση.
«Η ζήτηση είναι ήδη υποτονική και από Τουρκία και Αίγυπτο είναι πρακτικά μηδενική», τονίζει ο κ. Μαδιανός. «Όταν έρθει η ώρα των παραγγελιών, η ελληνική παραγωγή πρέπει να διαθέτει ανταγωνιστική ποιότητα. Αν συνεχίσουμε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά με υποβαθμισμένα βαμβάκια, οι πελάτες θα στραφούν οριστικά σε Βραζιλία και ΗΠΑ».
Η ποιότητα θυσιάζεται για την ποσότητα
Η υποβάθμιση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα αλλά στο στάδιο της συγκομιδής και της εκκόκκισης. «Όταν το βαμβάκι συγκομίζεται με φύλλο, κρατά περισσότερη υγρασία και η ποιότητα πέφτει», εξηγεί.
Παρ’ όλα αυτά, το βαμβάκι – ακόμη και υποβαθμισμένο – παραλαμβάνεται, αφού οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούν. «Μπορεί κάποιοι εκκοκκιστές να απορρίπτουν κακής ποιότητας προϊόν, άλλοι όμως το αποδέχονται, συχνά και σε καλύτερη τιμή, γιατί δεν βρίσκουν αρκετό», σημειώνει. Σε αρκετές περιπτώσεις, δε, εκκοκκιστές που έχουν προχρηματοδοτήσει παραγωγούς αναγκάζονται να παραλάβουν, ώστε να καλύψουν τα δάνειά τους.
Το ζητούμενο: να πληρωθεί η ποιότητα
Η λύση, σύμφωνα με τον κ. Μαδιανό, είναι μία: «Η ποιότητα πρέπει να αξιολογείται και να ανταμείβεται. Δεν γίνεται ο παραγωγός που έκανε όλες τις σωστές καλλιεργητικές πρακτικές να αμείβεται με τα ίδια χρήματα με τον γείτονά του που έφερε βαμβάκι “στουπί”».
Παράλληλα, θυμίζει ότι πριν λίγα χρόνια το ελληνικό βαμβάκι απολάμβανε υπεραξία, καθώς δεν είχε σοβαρό ανταγωνισμό στη Μεσόγειο. Σήμερα, όμως, η διεθνής αγορά διαθέτει προϊόν όλο τον χρόνο, γεγονός που καθιστά την ποιότητα και την ανταγωνιστική τιμή απαραίτητες για να παραμείνει το ελληνικό βαμβάκι ελκυστικό.
Συμπέρασμα
Η φετινή συγκομιδή βαμβακιού βρίσκει παραγωγούς και εκκοκκιστές σε καθεστώς αβεβαιότητας. Το δίλημμα είναι σαφές: ή η Ελλάδα θα στραφεί συστηματικά στην παραγωγή ποιοτικού βαμβακιού που θα μπορεί να ανταγωνιστεί διεθνώς, ή θα συνεχίσει να βλέπει τη θέση της στην αγορά να συρρικνώνεται.
